φελλός, ο [felόs]:
1. φυτική ύλη που αποτελεί το εξωτερικό στρώμα του φλοιού ορισμένων δέντρων και που, αφού υποστεί ορισμένη κατεργασία, χρησιμοποιείται πολύ λόγω των ιδιοτήτων της (ελαφριά, ελαστική και αδιάβροχη): Σόλες/τακούνια/πώματα από φελλό.
2. κομμάτι ή αντικείμενο από φελλό: Τα αλιευτικά δίχτυα κρατιούνται στην επιφάνεια με φελλούς./(ειδικότ.) πώμα μπουκαλιών ή άλλων δοχείων: Πετάχτηκε ο ~ και η σαμπάνια ξεχύθηκε αφρίζοντας.
3. (μτφ.) άτομο ανόητο και επιπόλαιο, χωρίς αξία: Μην περιμένεις υπευθυνότητα απ'αυτόν το φελλό. Οι φελλοί επιπλέουν.
Μάθετε περισσότερα